Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Εικονική αναμόρφωση και ανεδαφικός ο στόχος του νέου Φορολογικού Νομοσχεδίου

ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ 42 – 105 63 ΑΘΗΝΑ

Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2012

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

«Εικονική αναμόρφωση και ανεδαφικός ο στόχος του νέου Φορολογικού Νομοσχεδίου»

Ο επαγγελματικός χώρος του εμπορίου διέρχεται μια πρωτόγνωρη και παρατεταμένη κρίση, η οποία κάθε μέρα που περνά, αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της στη λειτουργία όλων ανεξαιρέτως των ελληνικών εμπορικών επιχειρήσεων. Η κατάθεση του νέου Φορολογικού Νομοσχεδίου όχι μόνο δεν αφήνει κάποια χαραμάδα αισιοδοξίας αλλά αντίθετα επιτείνει την ήδη άσχημη  ψυχολογική κατάσταση των μικρομεσαίων εμπόρων εξαιτίας του φοροεισπρακτικού χαρακτήρα που το διακρίνει αλλά και της αδυναμίας πάταξης της φοροδιαφυγής. Επιπροσθέτως, είτε από λάθος είτε από πρόθεση οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρομεσαίοι εργοδότες στερούνται του δικαιώματος των φοροαπαλλαγών και του αφορολόγητου ορίου, ενώ η ΕΣΕΕ έχει επανειλημμένα τονίσει, μέσω τεκμηριωμένων θέσεων και προτάσεων, πως ο φορολογικός διαχωρισμός των πολιτών με βάση την πηγή του εισοδήματός τους και όχι με βάση το ύψος του αποτελεί κατάφωρη αδικία και καταστρατηγεί κάθε έννοια φορολογικής δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με τις εξαγγελίες του Υπουργείου Οικονομικών, σε ότι αφορά την έκπτωση των αποδείξεων, η ΕΣΕΕ θεωρεί ότι η παρούσα διάταξη, αντιβαίνει στην αρχή της φορολογικής ισότητας διότι θα υπαχθούν σε αυτήν  επιλεκτικά μόνο οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι λες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν είναι καταναλωτές. Παράλληλα, αγγίζει τα όρια του παραλογισμού να στερούνται την έκπτωση οι φορολογούμενοι με εισοδήματα άνω των 42.000 €, δηλαδή οι μόνοι που μπορούν, βάσει του εισοδήματός τους να αγοράσουν κάτι και να τονώσουν την καταναλωτική δαπάνη. Στην ουσία, το μέτρο είναι ψευδεπίγραφο γιατί οι δικαιούχοι των αποδείξεων δεν μπορούν βάσει εισοδήματος να αγοράσουν και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως και οι μεσαίου εισοδήματος μισθωτοί δεν μπορούν να δικαιολογήσουν: είναι ένα μέτρο μόνο για «τα μάτια» και τις εντυπώσεις.  
Η ΕΣΕΕ έχει από μακρού προτείνει να εκπίπτουν όλες οι αποδείξεις όλων των επαγγελματικών κλάδων και όλων των φορολογουμένων κατά ένα ποσοστό από το εισόδημα και το υπόλοιπο διαθέσιμο εισόδημα να φορολογείται με βάση την υπάρχουσα φορολογική κλίμακα. Η αφομοίωση ενός τέτοιου συστήματος θα βελτίωνε τη φορολογική συνείδηση των υπόχρεων καθώς όλοι θα είχαν κίνητρο να ζητούν και να εκδίδουν αποδείξεις.
Δυστυχώς, για ακόμη μία φορά οι στοχευμένες και επίκαιρες τοποθετήσεις της ΕΣΕΕ παρέμειναν κλειδωμένες στα συρτάρια των αρμόδιων στελεχών, με αποτέλεσμα να έχουμε μία εικονική αναμόρφωση αντί μεταρρύθμιση του φορολογικού, με ανεδαφικό στόχο και με τον κίνδυνο να προκληθεί αναγκαστική στάση πληρωμής των φόρων.
Παρατίθεται το πλήρες κείμενο των θέσεων της ΕΣΕΕ για το νέο Φορολογικό Ν/Σ που κατατέθηκε στην Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής.
Κείμενο θέσεων  ΕΣΕΕ
στην Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων για το Σχέδιο Νόμου

«Ρυθμίσεις στη φορολογία εισοδήματος, ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών και λοιπές διατάξεις»

Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Ο φορολογικός νόμος, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ κατόπιν της ψήφισής του από το Κοινοβούλιο, καλείται να διαδραματίσει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη προσπάθεια που καταβάλλεται για ανάκαμψη, καθώς στην ουσία καθορίζει το πλαίσιο δραστηριοποίησης των επιχειρήσεων, που έχουν αναλάβει το κύριο έργο της επιστροφής της ελληνικής οικονομίας στην τροχιά της ανάπτυξης.  
Η ΕΣΕΕ με κάθε ευκαιρία έχει επισημάνει ότι το φορολογικό σύστημα θα πρέπει να εισάγει επιτέλους αποτελεσματικές μεταρρυθμίσεις στη φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων και να βασίζεται σε ένα διαφανές, δίκαιο, απλό, κατανοητό και σταθερό πλαίσιο, το οποίο θα βάζει τέλος στην πολυνομία, στη φοροδιαφυγή και στη φοροαποφυγή. Φυσικά και δεν αρνείται πως το φαινόμενο της φοροδιαφυγής βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε πολλούς κλάδους της ελεύθερης επαγγελματικής δραστηριότητας, είναι όμως πλήρως παράλογο να κατηγορούνται σε τακτική βάση και εσκεμμένα, οι  μικρομεσαίοι έμποροι ως οι κατεξοχήν υπαίτιοι για όλα τα δεινά και τις παρατυπίες.
Η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος,  επιβάλλεται να τεθεί σε σύγχρονες βάσεις οι οποίες θα δίνουν έμφαση στην απλότητα, την  κοινωνική δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, τη σταθερότητα, την ισονομία και θα έχουν στοχευμένες  αναπτυξιακές κατευθύνσεις, που θα ενδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και θα προωθούν την απασχόληση. Οι προαναφερθέντες άξονες ανταποκρίνονται στο αίτημα των επιχειρήσεων και της κοινωνίας για ένα καινοτόμο, κατανοητό και αφομοιώσιμο σύστημα φορολόγησης.
Η ΕΣΕΕ θέτει ως πρωταρχικό  στόχο την εξασφάλιση των αναγκαίων κρατικών  πόρων οι οποίοι θα συμβάλλουν στην επίτευξη  κοινωνικής πολιτικής, στη προώθηση της  οικονομικής ανάπτυξης και στη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών υπέρ των μικρομεσαίων εισοδημάτων. Η απλοποίηση, ως θεμέλιος λίθος της μεταρρύθμισης, μπορεί να αποτελέσει το βασικό πυλώνα ενός διάφανου φορολογικού συστήματος ενώ η κοινωνικά δίκαιη και σταθερή φορολογική νομοθεσία, μέσω της υιοθέτησης της αρχή της αναλογικής ανταποδοτικότητας, αναμένεται να τύχει  καθολικής αποδοχής.
Το παρόν φορολογικό νομοσχέδιο δυστυχώς δεν ανταποκρίνεται στα παραπάνω αυτονόητα. Διακρίνεται κυρίως από ένα αμιγή εισπρακτικό χαρακτήρα, δεν επιφέρει τομές ή φορολογική εξυγίανση, που τόσο έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία και κυρίως δεν καταπολεμάει την φοροδιαφυγή, αλλά αντίθετα την διογκώνει μέσω της επιβολής υψηλότερων φορολογικών συντελεστών στα μικρά και μεσαία εισοδήματα και στους ελεύθερους επαγγελματίες.  Δεδομένων αυτών, οι διθύραμβοι περί δήθεν απλούστερου, δικαιότερου και αποτελεσματικού φορολογικού πλαισίου θα μπορούσαν να λείπουν: «Κρείττον σιγάν», όπως έλεγαν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι.  
Ας αντιμετωπίσουμε λοιπόν αυτό το φορολογικό σχέδιο όπως του αρμόζει: ως ένα εισπρακτικό και μεταβατικό νομοθέτημα, που επιβάλλεται έξωθεν αλλά διαρθρωτικά δεν λύνει τίποτα.  Και ας περιμένουμε, με συνεχώς μειούμενη υπομονή, την υλοποίηση των υποσχέσεων της Κυβέρνησης που πάλι μετατέθηκαν για το επόμενο τρίμηνο, για κοινωνικό διάλογο και ένα νομοσχέδιο που θα επιφέρει πραγματικές τομές στα φορολογικά πράγματα της χώρας.

Β. ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Η ΕΣΕΕ στο πλαίσιο ουσιαστικής διαβούλευσης για την αποτελεσματική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος έχει επανειλημμένως καταθέσει εμπεριστατωμένες προτάσεις και έχει  συμμετάσχει ενεργά σε όλες τις επιτροπές του υπουργείου Οικονομικών.  Συνεπώς, κρίνεται σκόπιμο οι βασικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν κάθε αλλαγή του φορολογικού συστήματος να γίνονται με γνώμονα:

  • Την απλοποίηση και διαφάνεια του συστήματος προκειμένου αυτό να καταστεί πλήρως  κατανοητό τόσο από τους φορολογουμένους όσο και από την ίδια τη  διοίκηση.
  • Τη μείωση στο ελάχιστο των γραφειοκρατικών διαδικασιών προκειμένου να  ελαχιστοποιηθεί το κόστος εφαρμογής του συστήματος για αμφότερους τους εμπλεκομένους.  
  • Τη πάταξη της φοροδιαφυγής.
  • Την απλούστευση των διαδικασιών μέσω τυποποίησης διαδικασιών ώστε ο   ελεγκτικός και εισπρακτικός μηχανισμός να καταστεί αποδοτικότερος.
  • Τη καθιέρωση σταθερής φορολογικής νομοθεσίας με μακροχρόνιο ορίζοντα εφαρμογής.
  • Την εμπέδωση – εμπότιση φορολογικής συνείδησης και αισθήματος  εμπιστοσύνης και υπευθυνότητας στους φορολογουμένους.
  • Τη κοινωνική δικαιοσύνη μέσω της υιοθέτησης της αρχής της αναλογικής ανταποδοτικότητας, παρέχοντας προστασία  πρωτίστως στα εισοδήματα των μικροεπιχειρηματιών, των μισθωτών και των συνταξιούχων.
  • Την εξάλειψη της διαφορετικής φορολογικής μεταχείρισης  εισοδημάτων από διαφορετικές πηγές, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και τη κατάργηση φόρων μειωμένης απόδοσης.  
  • Τη δικαιότερη κατανομή των  φορολογικών βαρών με βελτίωση της αναλογίας άμεσων και  έμμεσων φόρων.
  • Την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας, της αειφόρου ανάπτυξης και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.
  • Την σταθεροποίηση και ανάκαμψη της οικονομίας μέσω παροχής κινήτρων για προσέλκυση επενδύσεων.





Γ. ΚΥΡΙΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΤΟΥ  ΙΣΧΥΟΝΤΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Αποτελεί κοινό τόπο ότι το ισχύον φορολογικό σύστημα με τις συνεχείς και αποσπασματικές μεταβολές, την υπέρμετρη γραφειοκρατική δομή που το χαρακτηρίζει, τη σωρεία φορολογικών επιβαρύνσεων και σύνθετων διαδικασιών, έχει πλέον καταστεί  αναποτελεσματικό,  με συνέπεια :

  • Την υπέρμετρη πολυπλοκότητά του, σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκύπτουν ανυπέρβλητα εμπόδια  στην   εφαρμογή του,  εξαιτίας της έκδοσης  ασαφών  και πολυάριθμων διοικητικών εγκυκλίων.
  • Την αδυναμία   πάταξης  της φοροδιαφυγής, μίας ιδιαίτερα κομβικής παραμέτρου καθώς η απώλεια εσόδων για κοινωνικές παροχές προς τους πολίτες σε συνδυασμό με τη διόγκωση του Δημόσιου Χρέους και τη μεγέθυνση των ελλειμμάτων, αποτελούν μείζονα ζητήματα τα οποία πρέπει να τύχουν αποφασιστικής αντιμετώπισης.
  • Τη μη επαρκή εκπαίδευση και στελέχωση του δυναμικού των φοροεισπρακτικών μηχανισμών, με αποτέλεσμα οι υπηρεσίες να μη μπορούν να εντοπίσουν φορολογητέα ύλη αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ, η οποία προέρχεται από το παραεμπόριο και το λαθρεμπόριο,  στερώντας έτσι από το Δημόσιο μία πολύ σημαντική πηγή εσόδων από φόρους και Φ.Π.Α.
  • Τη δημιουργία ενός ασταθούς φορολογικού περιβάλλοντος, με συνεχείς αλλαγές των φορολογικών διατάξεων.
  • Την αδυναμία παρακολούθησης και ερμηνείας  του, ακόμη και από τους  αρμόδιους φορείς.
  • Το μεγάλο δημοσιονομικό κόστος.
  • Την επιβολή πληθώρας υποχρεώσεων για τους φορολογουμένους, με ιδιαίτερα υψηλό κόστος συμμόρφωσης,
  • Τη δημιουργία  στρεβλώσεων  στην οικονομία,
  • Την έλλειψη αναπτυξιακού χαρακτήρα.
  • Τη μείωση  της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και την αύξηση της ανεργίας.
  • Τη μη  δίκαιη  κατανομή των φορολογικών βαρών, με την επιβολή σωρείας έμμεσων φόρων.










Δ. ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΣΕΕ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ

Η ΕΣΕΕ ως αναγνωρισμένος κοινωνικός εταίρος, που εμπεριστατωμένα προτείνει βασικούς άξονες οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής διαθέτει μία σειρά τεκμηριωμένων και στοχευμένων θέσεων, οι οποίες αποβλέπουν στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, στη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, στη πάταξη της φοροδιαφυγής και στην εξάλειψη του υψηλού δημοσιονομικού κόστους που συνεπάγεται το υπάρχον φορολογικό σύστημα.  Παρακάτω παρατίθενται οι βασικές διαπιστώσεις και παρατηρήσεις επί του νέου Φορολογικού Νομοσχεδίου:
1) Πρόκειται για ακόμη ένα Φορολογικό Νομοσχέδιο το οποίο διακρίνεται από έντονο φοροεισπρακτικό χαρακτήρα, καθώς προβλέπει επαχθέστερη μεταχείριση για τους «συνήθεις υπόπτους» τους μικρομεσαίους φορολογούμενους, ενώ ταυτόχρονα αδυνατεί να αντιμετωπίσει με αποφασιστικότητα και σαφή θέληση το μείζον ζήτημα της φοροδιαφυγής. Και αυτό γιατί οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές θα επιτείνουν την άδικη φορολογική μεταχείριση και θα συρρικνώσουν αντί να διευρύνουν τη φορολογητέα βάση. Είτε από λάθος είτε από πρόθεση οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρομεσαίοι εργοδότες στερούνται του δικαιώματος των φοροαπαλλαγών και του αφορολόγητου ορίου. Η ΕΣΕΕ θεωρεί λανθασμένο τον φορολογικό διαχωρισμό των πολιτών με βάση την πηγή του εισοδήματός τους και όχι με βάση το ύψος του εισοδήματος όπως θα έπρεπε. Πρόκειται για ένα Νομοσχέδιο αναποτελεσματικό τόσο στο πεδίο του ελέγχου όσο  και σε αυτό της είσπραξης των φόρων.
2) Η δυσπιστία με την οποία  αντιμετωπίζεται κάθε φορολογική μεταρρύθμιση σχετίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό με την πολυπλοκότητα των διατάξεων του εκάστοτε Φορολογικού Νομοσχεδίου. Η απλοποίηση των φορολογικών διατάξεων, μέσω της κατάργησης των χρονοβόρων και κοστοβόρων γραφειοκρατικών διαδικασιών, θα καταστήσει σαφές το φορολογικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινηθεί ακόμη και ο τελευταίος έμπορος, ενώ η στελέχωση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών με άρτια εκπαιδευμένο προσωπικό θα συμβάλλει στη διενέργεια περισσότερων αλλά και αποτελεσματικότερων - αποδοτικότερων ελέγχων (με έναν ελεγκτικό κώδικα). Προκειμένου μάλιστα να διευκολυνθεί το έργο των αρμόδιων υπηρεσιών θα μπορούσε να υιοθετηθεί ένας κοινός φορολογικός συντελεστής σε όλες τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως νομικής μορφής (ατομικές, προσωπικές και κεφαλαιουχικές), και να επιβληθεί ένας επιπλέον φόρος αλληλεγγύης πάνω από ένα συγκεκριμένο –υψηλό- ποσό εισοδήματος.
3) Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως η μείωση των φορολογικών συντελεστών που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις από 26% σε 15% (επί των κερδών)  και  η αύξηση από  10% σε 15% (στη διανομή μερίσματος)  θα αποτελέσει πόλο έλξης για νέες και καινοτόμες επενδύσεις, ενώ θα ελαφρύνει τη μέση επιβάρυνση των επιχειρήσεων από 33,4% που ισχύει σήμερα στο 27% με 28%.
4) Η πρόβλεψη για τις επισφάλειες αποτελεί ένα σημαντικό θέμα συζήτησης καθώς αυτές ισχύουν, με βάση το σχέδιο νόμου, μόνο για τους ελεύθερους επαγγελματίες ενώ θα έπρεπε να υπάρχει ρύθμιση και για τις εμπορικές επιχειρήσεις που τηρούν Β΄ Κατηγορίας Βιβλία.
5) Θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για έκπτωση των ασφαλιστικών εισφορών από τις εκφραστέες δαπάνες της επιχείρησης και από το εκφραστέο εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών.  Σύμφωνα με εξαγγελίες του Υπουργείου Οικονομικών, τελικώς το συγκεκριμένο αίτημά μας θα ικανοποιηθεί, με την παρατήρηση βέβαια, ότι αυτό δεν αποτελεί νέα παραχώρηση, ούτε γίνεται χάρη σε κανέναν, αφού η έκπτωση των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί δίκαιο μέτρο και διαχρονική κατάκτηση της ελληνικής κοινωνίας.
6) Το προσφάτως κατατεθέν Νομοσχέδιο αποτελεί στην ουσία κείμενο τριών ταχυτήτων που διαχωρίζει τους εμπόρους, τους επαγγελματίες, τους μισθωτούς και τους εισοδηματίες ενώ θα πρέπει να υιοθετηθεί μία ενιαία κλίμακα για κάθε μορφής εισόδημα των παραπάνω επαγγελματικών κατηγοριών.
7) Η αύξηση του τέλους επιτηδεύματος από 500 € σε 650 € για τους ελεύθερους επαγγελματίες και επιτηδευματίες , από 500 € σε 1.000 € για  τις επιχειρήσεις και από 300 € σε 600 € για κάθε υποκατάστημα επιχείρησης αποτελεί ένα άδικο μέτρο, το οποίο στοχοποιεί και αποθαρρύνει την επιχειρηματικότητα και για το λόγο αυτό χρήζει άμεσης επανεξέτασης.
8) Ακόμη ένα ληστρικό μέτρο  που αντίκειται στη προώθηση και στην ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας είναι η αύξηση των συντελεστών αναφορικά με τις αμοιβές μελών ΔΣ  στις Α.Ε. καθώς από 35% διαμορφώνεται στο 40%.
9) Η αύξηση του συντελεστή φορολόγησης επί των τόκων στις καταθέσεις και η διαμόρφωσή του στο 15% από το 10% που ισχύει σήμερα, αποτελεί ακόμη μία αντιφατική διάταξη από τη στιγμή που το εγχώριο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα ρευστότητας και αποτελεί κομβικής σημασίας ζητούμενο ο επαναπατρισμός των κεφαλαίων.
10) Σύμφωνα με τις εξαγγελίες του Υπουργείου Οικονομικών, σε ότι αφορά την έκπτωση των αποδείξεων, προβλέπεται σταθερό ποσό έκπτωσης 2.100 € για τα εισοδήματα μέχρι 21.000 €, με την προϋπόθεση της κάλυψης του 25% του εισοδήματος.  Από τα 21.000 μέχρι τα 42.000 € προβλέπεται τμηματική μείωση της έκπτωσης, μέχρι την πλήρη εξάλειψη για ποσά άνω των 42.000 €. Καταρχήν, διαμαρτυρόμαστε έντονα διότι το παραπάνω μέτρο θα εφαρμοστεί επιλεκτικά μόνο στους μισθωτούς και στους συνταξιούχους λες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν είναι καταναλωτές.   Δεύτερον, αγγίζει τα όρια του παραλογισμού να στερούνται την έκπτωση οι φορολογούμενοι με εισοδήματα άνω των 42.000 €, δηλαδή οι μόνοι που μπορούν, βάσει του εισοδήματός τους να αγοράσουν κάτι και να τονώσουν την καταναλωτική δαπάνη.  Στην ουσία, το μέτρο είναι ψευδεπίγραφο γιατί οι δικαιούχοι των αποδείξεων δεν μπορούν βάσει εισοδήματος να αγοράσουν και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως και οι μεσαίου εισοδήματος μισθωτοί δεν μπορούν να δικαιολογήσουν: είναι ένα μέτρο μόνο για «τα μάτια» και τις εντυπώσεις.  Η ΕΣΕΕ έχει από μακρού προτείνει να εκπίπτουν όλες οι αποδείξεις όλων των επαγγελματικών κλάδων και όλων των φορολογουμένων κατά ένα ποσοστό από το εισόδημα και το υπόλοιπο διαθέσιμο εισόδημα να φορολογείται με βάση την υπάρχουσα φορολογική κλίμακα. Η αφομοίωση ενός τέτοιου συστήματος θα βελτίωνε τη φορολογική συνείδηση των υπόχρεων καθώς όλοι θα είχαν κίνητρο να ζητούν αποδείξεις ενώ το συγκεκριμένο μέτρο θα είχε μεγάλη αποτελεσματικότητα εάν εφαρμόζονταν στο κλάδο του χονδρικού εμπορίου, προκειμένου ο χονδρέμπορος να εκδίδει τιμολόγιο στα καταστήματα λιανικής.
11) Όσον αφορά στη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας που ανήκει σε φυσικό πρόσωπο, με το νέο καθεστώς επιβάλλεται συντελεστής 20% στα φυσικά πρόσωπα επί της δημιουργούμενης υπεραξίας του μεταβιβαζόμενου ακινήτου (Τιμή πώλησης ακινήτου – Τιμή κτήσης ακινήτου, αφού γίνει ο σχετικός αποπληθωρισμός) ενώ προηγουμένως δεν υπήρχε τέτοια διάταξη (που να επιβαρύνει σε τόσο μεγάλο ποσοστό το φυσικό πρόσωπο).
12) Η ΕΣΕΕ θεωρεί επιτακτική ανάγκη τη κατάρτιση  περιουσιολογίου, προκειμένου να πραγματοποιούνται με μεγαλύτερη ακρίβεια οι διασταυρώσεις στοιχείων από τη ΓΓΠΣ (δευτερογενής έλεγχος) και για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής ενώ τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της ηπιότερης φορολόγησης των αγροτεμαχίων.
13) Η θέσπιση ενός ελάχιστου φορολογητέου εισοδήματος (π.χ. 2.000 ή 3.000 €) είναι μία θέση που βρίσκει σύμφωνη την ΕΣΕΕ υπό την προϋπόθεση πως θα συνοδεύεται από πιστοποίηση Λογιστή, ο οποίος θα φέρει τη συνολική ευθύνη δηλαδή θα ελέγχεται μόνο αυτός και όχι η επιχείρηση (έλεγχος εκείνου που εκδίδει το πιστοποιητικό).  Επί της συγκεκριμένης πρότασης, επιφυλασσόμαστε να επανέλθουμε με περισσότερα στοιχεία, όταν θα κατατεθεί ένα πραγματικά διαρθρωτικό φορολογικό νομοσχέδιο.
14) Οι διατάξεις μεταβίβασης μετοχών σε άτομα με πρώτου βαθμού συγγένεια μεταξύ τους (διαδοχή επιχείρησης) για τις ατομικές, προσωπικές και τις ΕΠΕ να ισχύσουν και για τις Α.Ε.
15) Ελπίζαμε ότι ή κατάργηση του ΚΒΣ θα σηματοδοτούσε μία νέα φιλική αντιμετώπιση στην δοκιμαζόμενη ελληνική επιχειρηματικότητα. Αντί αυτού με απογοήτευση διαπιστώσαμε ότι ο ΚΒΣ δεν καταργήθηκε, αλλά απλώς αντικαταστάθηκε με τον ΚΦΑΣ όπου Κ σημαίνει κώδικας ενώ τα υπόλοιπα αρχικά  πολύ λίγη σημασία έχουν. Εν ολίγοις "άλλαξε ο ΚΒΣ και έβαλε τα ρούχα του  αλλιώς". Στο μοντέλο ΚΒΣ έγινε ένα τεχνολογικό facelift και μετονομάστηκε ΚΦΑΣ. Ο νέος Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών στα 12 άρθρα του και στις 33 σελίδες έχει αρκετές παραπομπές σε πολλές διατάξεις του παλιού ΚΒΣ και ΚΦΣ. Οι δε αλλαγές εστιάζονται στο γεγονός ότι τα βιβλία θα είναι αθεώρητα, ενώ τα Στοιχεία όπως το Δελτίο αποστολής και η απόδειξη λιανικής θα  συνεχίσουν να θεωρούνται. Επίσης καταργείται το βιβλίο αποθήκης, αλλά θα τηρείται ο λογαριασμός 94! Με το άρθρο 4 του παρόντος σχεδίου νόμου, έχουμε ολική επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος, καθώς επανεισάγεται ο γνωστός και μη εξαιρετέος θεσμός του «ριξίματος» των Βιβλίων, μέσω του αντικειμενικού προσδιορισμού από τον έφορο.  

Ε. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΕΩΝ ΣΤΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ.

Με αφορμή τις διατάξεις του νέου φορολογικού Νομοσχεδίου, η ΕΣΕΕ  ανέλαβε τη πρωτοβουλία να σκιαγραφήσει και να προσδιορίσει επακριβώς  το σύνολο των φορολογικών επιβαρύνσεων που συνεπάγονται τα νέα μέτρα  για τους ασκούντες εμπορική δραστηριότητα. Το κύριο συμπέρασμα που συνάγεται είναι πως οι ατομικές και οι προσωπικές επιχειρήσεις επωμίζονται για ακόμη μία φορά το τεράστιο φορολογικό βάρος καθώς οι υποχρεώσεις τους με το νέο σύστημα θα είναι αυξημένες το 2013 σε σύγκριση με το 2012 , από 68,6% έως 181,7%  ενώ αντίθετα για τις κεφαλαιουχικές επιχειρήσεις προβλέπονται οριακές μειώσεις των φορολογικών τους επιβαρύνσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου